Bodossaki Lectures on Demand

Οι ορυκτές πρώτες ύλες της Ελλάδος - Σημαντικό δυναμικό και δυνατότητες περαιτέρω αξιοποίησης - Συμβολή τους στην οικονομική ανάπτυξη της Χώρας

Παπαβασιλείου Κωνσταντίνος Β.

5 Νοεμβρίου 2019

ΟΜΙΛΙΕΣ
EXIT FULL SCREEN VIDEO & SLIDES
ΔΙΑΡΚΕΙΑ 00:46:30 ΠΡΟΒΟΛΕΣ 168
ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ /

Η διαχρονική αξιοποίηση των Ορυκτών Πρώτων Υλών (ΟΠΥ) έχει συµβάλλει καθοριστικά στην κοινωνική και πολιτιστική εξέλιξη του ανθρώπου. Ακόµη και σήµερα, στην περίοδο της µετα-βιοµηχανικής εποχής, η εκµετάλλευση των ΟΠΥ εξυπηρετεί σε µεγάλο βαθµό καθηµερινές αλλά και γενικότερες ανάγκες των πολιτών, και συνεισφέρει στην περαιτέρω οικονοµική ανάπτυξη και πρόοδο. Η διαρκώς αυξανόµενη ζήτησή τους αποτελεί σταθερή προστιθέµενη αξία για το µέλλον. Από την άλλη πλευρά το 70% των αναγκαίων πρώτων υλών για την ευρωπαϊκή βιοµηχανία εισάγονται από τρίτες χώρες, ενώ το 70% της ευρωπαϊκής βιοµηχανίας γενικότερα βασίζεται σε ορυκτές πρώτες ύλες. Και ενώ η Ευρώπη καταναλώνει το 30% της παγκόσµιας παραγωγής µεταλλικών ορυκτών παράγει µόνο το 3%. Προκύπτουν έτσι νέες αναπτυξιακές προτεραιότητες και στρατηγικές επιλογές για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής Εξορυκτικής Βιομηχανίας Μη Ενεργειακών Ορυκτών (ΕΒΜΕΟ). Βασικό ζητούµενο είναι η εκµετάλλευση ευρωπαϊκών κοιτασµάτων και η τόνωση της περιφερειακής οικονοµίας. Είναι κοινά αποδεκτό ότι είναι καιρός για την Ευρώπη να στηρίξει την οικονοµική και κοινωνική ανάπτυξη στις δικές της πηγές ορυκτών. Έχοντας εξασφαλίσει όρους βιώσιµης λειτουργίας της µεταλλευτικής βιοµηχανίας η Ε.Ε. µε την νέα Πρωτοβουλία της για τις Πρώτες Ύλες - ΠΠΥ (COM2008 / 699: Raw materials Initiative - επαναφέρει στο επίκεντρο του αναπτυξιακού ενδιαφέροντος την αξιοποίηση τους προς όφελος της απασχόλησης και της ποιότητας ζωής των πολιτών.

Η ελληνική εξορυκτική δραστηριότητα αποτελεί σηµαντικό οικονοµικό τοµέα της χώρας µε πολλές και ελπιδοφόρες αναπτυξιακές προοπτικές. Η χώρα μας επίσης κατέχει κλαδικά σηµαντική θέση στην Ευρωπαϊκή και παγκόσµια αγορά όσον αφορά συγκεκριµένες ΜΕΟΠΥ. Συγκεκριµένα, στις πρώτες θέσεις µαζί µε τον λιγνίτη, τα αδρανή υλικά και τα µάρµαρα, βρίσκονται ο βωξίτης, τα νικελιούχα σιδηροµεταλλεύµατα, οι ποζολανικές γαίες, ο µπεντονίτης, ο περλίτης, ο γύψος και η κίσσηρις. Είναι βέβαια σαφές πως εξορυκτική δραστηριότητα χωρίς πρόσβαση σε νέα κοιτάσµατα δεν µπορεί να υπάρξει. Για παράδειγμα,η µεταλλευτική αξία των βεβαιωµένων και μη αξιοποιημένων προς το παρόν, αποθεµάτων νικελίου, ψευδαργύρου, µολύβδου, χαλκού, χρυσού και αργύρου στην Μακεδονία και Θράκη, µε βάση τις τρέχουσες τιµές των µετάλλων, ανέρχεται περίπου σε 28 δισ. ευρώ. Ένα πολύ µικρό µέρος της αξίας αυτής αξιοποιείται σήµερα παραγωγικά. Τα δυναµικά αποθέµατα που φιλοξενούντα στις υπάρχουσες µεταλλευτικές αλλά και σε νέες περιοχές κοιτασµατολογικού ενδιαφέροντος είναι σε θέση να πολλαπλασιάσουν το προαναφερόµενο οικονοµικό µέγεθος. Με βάση τα αποθέµατα και το µεταλλικό περιεχόµενο σε χρυσό, άργυρο, χαλκό, µόλυβδο και ψευδάργυρο η Β . Ελλάδα είναι από τις πλουσιότερες κοιτασµατολογικές περιφέρειες της Ευρώπης και µπορεί να αποτελέσει σταθερή µεταλλευτική πηγή για την βιώσιµη ανάπτυξη της χώρας. Πέρα από τις τρεις επενδύσεις χρυσού που βρίσκονται σε εξέλιξη στην Μακεδονία και Θράκη προκύπτουν νέες αναπτυξιακές δυνατότητες και επενδυτικές ευκαιρίες για την αξιοποίηση και άλλων κοιτασµατολογικών πηγών ΜΕΟΠΥ της χώρας στην κατεύθυνση παραγωγικής σταθερότητας της ελληνικής εξορυκτικής βιοµηχανίας. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σηµασία για την αναπτυξιακή βιωσιµότητα και τις προοπτικές απασχόλησης πολλών τοπικών κοινωνιών.

Η παραγωγική εκµετάλλευση των ελληνικών ΜΕΟΠΥ αλλά και γενικότερα των ΟΠΥ, είναι σηµαντική για την εθνική οικονοµία ενώ μπορεί να γίνει ακόμη σημαντικότερη εάν προχωρήσουν οι προγραμματιζόμενες επενδύσεις στην Β. Ελλάδα.

Η Ελλάδα είναι μία από τις πιο προνομιούχες χώρες της Ευρώπης όσον αφορά τους ορυκτούς πόρους της. Αυτό το συγκριτικό πλεονέκτημα της Χώρας μας χαρακτηρίζεται πολύ καλά από τις σημαντικές επιδόσεις των ελληνικών εξορυκτικών βιομηχανιών παρά το γεγονός της επώδυνης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης που διέρχεται η χώρα και παρά το γεγονός ότι οι τελευταίες ιδιαίτερα κυβερνήσεις σταθήκανε σχεδόν εχθρικά απέναντι στην μεταλλευτική δραστηριότητα.

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι σήμερα ο τομέας των ορυκτών πρώτων υλών και των μεταλλείων:

  • Συμβάλλει έως 3% στο ΑΕΠ της χώρας (Ήταν περίπου 7% στις αρχές της δεκαετίας του '80) δημιουργώντας προϊόντα αξίας ύψους 1,2 δισ. Ευρώ το 2014
  • Εξάγει περισσότερα από 30 διαφορετικά ορυκτά, 10 εκ των οποίων σε ποσότητες μεγαλύτερες από 300.000 τόνους ετησίως
  • Ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος είναι έντονα και ανοδικά εξωστρεφής.Οι μισές πωλήσεις του κλάδου πραγματοποιούνται εκτός Ελλάδας - κυρίως στην Ευρώπη Αποτελεί το 5% των ελληνικών εξαγωγών
  • Απασχολεί άμεσα 20.000 άτομα και έμμεσα 80.000 άτομα
  • Ο τομέας αυτός είναι ένας κορυφαίος εργοδότης - ειδικά στην ελληνική περιφέρεια - απασχολώντας το 4% του ενεργού πληθυσμού
  • Είναι ένα επενδυτικό εργαλείο τόσο για τα έργα υποδομής όσο και για τα επιχειρηματικά περιουσιακά στοιχεία: τα μέλη των ελληνικών μεταλλευτικών επιχειρήσεων, της ελληνικής μεταλλευτικής βιομηχανίας συνολικά επενδύουν περίπου 300 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση

Τα τελευταία 20 χρόνια τις πρώτες θέσεις παραγωγικής δραστηριότητας βρίσκονται, µαζί µε τον λιγνίτη, τα αδρανή υλικά και τα µάρµαρα, ο βωξίτης, τα νικελιούχα σιδηροµεταλλεύµατα, οι ποζολανικές γαίες, ο µπεντονίτης, ο περλίτης, ο γύψος και η κίσσηρις. Είναι αδιαµφισβήτητο γεγονός ότι η ελληνική εξορυκτική δραστηριότητα αποτελεί σηµαντικό οικονοµικό τοµέα της χώρας µας µε πολλές και ελπιδοφόρες αναπτυξιακές προοπτικές. Ακόµη η ελληνική βιοµηχανία ΟΠΥ αποτελεί δοµικό στοιχείο απαραίτητο για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη πολλών άλλων κλάδων της εθνικής οικονοµίας, προµηθεύοντας πρώτες ύλες για τις ανάγκες της ελληνικής βιοµηχανίας ευρύτερα αλλά και της καθηµερινής ζωής. Ακόµη η συµβολή της στην περιφερειακή απασχόληση και ανάπτυξη είναι αξιοσηµείωτη, δεδοµένου ό τι η εξορυκτική βιοµηχανία δραστηριοποιείται σε αποµακρυσµένες ή ορεινές περιοχές µε περιορισµένο βαθµό και δυνατότητες άλλων επιχειρηµατικών κινήσεων.

(Σημείωμα του ομιλητή)

Παπαβασιλείου Κωνσταντίνος Β. Ομότιμος Καθηγητής, Τομέας Οικονομικής Γεωλογίας & Γεωχημείας, Τμήμα Γεωλογίας, ΕΚΠΑ

Ο Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου γεννήθηκε στο Βόλο το 1950. Είναι Διδάκτορας, Γεωλόγος με ειδίκευση στα θέματα της Μεταλλευτικής βιομηχανίας, έρευνας και αξιολόγησης των Ορυκτών Πρώτων Υλών και Ομότιμος Καθηγητής στον Τομέα Οικονομικής Γεωλογίας & Γεωχημείας του Τμήματος Γεωλογίας του Πανεπιστήμιου Αθηνών.

1987-1995: Επισκέπτης Καθηγητής στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών σε θέματα έρευνας & αξιολόγησης ορυκτών πρώτων υλών.

2009-2014: Επισκέπτης Καθηγητής στο Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου του Τορόντο (Καναδάς).

Σπουδές
1969-1974:Γεωλογικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής του Πανεπιστήμιου Αθηνών.
1974-1979: Μεταπτυχιακές σπουδές και Διδακτορικό στην Μεγάλη Βρετανία (Τμήμα Γεωλογίας Πανεπιστημίου Southampton).

Διετέλεσε Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ) κατά τα έτη 1981-1989. Ήταν εθνικός εκπρόσωπος στην Συμβουλευτική Επιτροπή CGC της 12ης Γενικής Διεύθυνσης των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1982-1989) πού αφορά την Έρευνα και Τεχνολογία στον τομέα των πρώτων υλών και των νέων υλικών.

Κατά τα έτη 1986-1989 ήταν εθνικός εκπρόσωπος της χώρας στην 3η Διεύθυνση της ΕΟΚ, αρμόδιος για θέματα Κοινοτικής Μεταλλευτικής Πολιτικής και Μεταλλευτικής Βιομηχανίας. Επίσης, έχει διατελέσει Πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής IGCP (International Geological Correlation Programme) της UNESCO (1987-1989), μέλος της Ελληνικής Εκτελεστικής Επιτροπής του ΟDΡ (Οcean Drilling Project) (1986-1989) και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας (Ε.Γ.Ε) (1986-1996). Ακόμα, Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικής Γεωλογίας, Γεωχημείας και Ορυκτολογίας της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας (1996-1997), ειδικός σύμβουλος του Υπουργού Παιδείας σε θέματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, σύνδεσης της έρευνας στα ΑΕΙ/ΤΕI με την βιομηχανία και τις επιχειρήσεις γενικότερα καθώς και την προώθηση του ΕΠΕΑΕΚ στην τριτοβάθμια εκπαίδευση (1994-1996).

Τέλος, ήταν εθνικός Εκπρόσωπος της Ελλάδας (Υπουργείο Παιδείας) στην Κοινοτική πρωτοβουλία LEONARDO DA VINCI πού αφορά σχεδιασμό πολιτικών και προγραμμάτων αρχικής και συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (1994-1997), μέλος του Δ.Σ τού Ινστιτούτου Στρατηγικών και Αναπτυξιακών Μελετών (ΙΣΤΑΜΕ) «Α.ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ» (1995-1998) και μέλος της ομάδας εργασίας που όρισε ο τότε Υπουργός Εξωτερικών Γ. Παπανδρέου για θέματα γεωπολιτικής της ενέργειας που λειτούργησε στο Υπουργείο Εξωτερικών στα πλαίσια της Ελληνικής Προεδρίας στην Ε.Ε στο 1ο εξάμηνο του 2003 (2002-2003).

Μεταξύ 2010-2013 ανέλαβε και πάλι τη θέση του Γενικού Διευθυντή του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΙΓΜΕ), ενώ από τον Φεβρουάριο του 2012 έως Μάρτιο του 2013 άσκησε και τα καθήκοντα Προέδρου του Δ.Σ του Εθνικού Κέντρου Βιώσιμης και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΕΚΒΑΑ).

Από το 2012 είναι Μέλος της επιτροπής εμπειρογνωμόνων της Ε.Ε σχετικά με την Ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για τις ορυκτές πρώτες ύλες και την ενίσχυση της Κοινοτικής μεταλλευτικής βιομηχανίας (European Innovation Partnership on Raw Materials), και της ειδικής επιτροπής της Γ.Δ της Ε.Ε Enterprise & Industry για τις Σπάνιες Γαίες (ERECON).

Ο Κωνσταντίνος Παπαβασιλείου είναι συγγραφέας πολλών επιστημονικών αλλά και γενικότερων άρθρων σχετικά με την έρευνα-αξιολόγηση των ορυκτών πόρων, για θέματα μεταλλευτικής βιομηχανίας, καθώς και για θέματα ενεργειακής πολιτικής, παιδείας και επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης γενικότερα.

Σχετικές ομιλίες

Κυκλική Οικονομία: Ένα στοίχημα για την εξοικονόμηση φυσικών πόρων και τη διαχείριση των αποβλήτων – μια ευκαιρία για οικονομική ανάπτυξη 117:43

Ιουν 16, 2017

Κυκλική Οικονομία: Ένα στοίχημα για την εξοικονόμηση φυσικών πόρων και τη διαχείριση των αποβλήτων – μια ευκαιρία για οικονομική ανάπτυξη

Σιδέρη Φιλλένια Τσιρώνης Ιωάννης Καφαντάρη Χαρά Κουρέτας Δημήτρης Ανδρεόπουλος Ανδρέας Κατσιάμπουλας Αλέξανδρος Κοκόσης Αντώνης

Γλώσσα: Ελληνική