Bodossaki Lectures on Demand
ΙΔΡΥΜΑ ΜΠΟΔΟΣΑΚΗ

"Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο" - Από το δημοτικό στο ρεμπέτικο: μια μουσική ιστορία σε τρεις Πράξεις - Πράξη 3η: Ο άρχοντας του περιθωρίου

Πολυζώη Βασιλική, Μηταράκης Δημήτρης, Σκούτας Βασίλης, Ζαρίας Γιάννης, Λαμπροπούλου Σοφία, Λιουδάκη Μαριάνθη

7 Οκτωβρίου 2021

ΟΜΙΛΙΕΣ
EXIT FULL SCREEN
ΔΙΑΡΚΕΙΑ 01:39:22 ΠΡΟΒΟΛΕΣ 204

Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο
Από το δημοτικό στο ρεμπέτικο: μια μουσική ιστορία σε τρεις Πράξεις

Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο πουλί δεν πάει να κάτσει

γιατ' είν’ τα φύλλα του πικρά κι οι ρίζες του φαρμάκι.

Να 'χε καεί ο πλάτανος να του 'πεφταν τα φύλλα

που κρέμασαν το μπόι σου το μαργαριταρένιο.

Στο πλαίσιο του εορτασμού των 30 χρόνων του Μουσείου Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων «Φοίβος Ανωγειανάκης» - Κέντρο Εθνομουσικολογίας, τρεις μουσικές παραστάσεις, με εισαγωγική ομιλία, αφηγούνται την ιστορία του παραδοσιακού και λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα, από τα τέλη του 18ου ως τις αρχές του 20ού αιώνα.

Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο

Όταν ο Γιώργος Λααοάνης, αγωνιστής της Επανάστασης και υπουργός στις οθωνικές κυβερνήσεις, λόγιος, δάσκαλος και θεατρικός συγγραφέας, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1834, φαίνεται να ζήτησε από τον συντοπίτη και συναγωνιστή του, τον σημαντικότερο Έλληνα αρχιτέκτονα της εποχής, Σταμάτη Κλεάνθη να σχεδιάσει το σπίτι του. Είναι πολύ πιθανό αυτό να χτίστηκε πάνω σε ένα παλιότερο σπίτι, των χρόνων της Τουρκοκρατίας, αλλά βέβαιο ότι η θέση που επέλεξε ήταν κοντά στο Ωρολόγιον του Κυρρήστου (Πύργο των Ανέμων) και δίπλα στο Μεντρεσέ, την παλιά οθωμανική ιερατική σχολή της πόλης.

Στη διάρκεια της Επανάστασης, η σχολή εγκαταλείφθηκε και ερημώθηκε, αλλά μετά την άφιξη του Όθωνα, ο αρχιτέκτονας Χάνσεν τη μετέτρεψε σε φυλακή, η οποία λειτούργησε μέχρι και τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Στην αυλή της φυλακής υπήρχε ένας πλάτανος που μέσα στα χρόνια μετατράπηκε σε σύμβολο θανάτου, καθώς στα κλαδιά του απαγχονίζονταν όσοι κρατούμενοι καταδικάζονταν σε θάνατο.

Ο ποιητής Αχιλλέας Παράσχος, φυλακισμένος στο Μεντρεσέ το 1861, έγραψε ένα ποίημα για αυτόν τον πλάτανο, για να στιγματίσει συμβολικά τον αυταρχισμό της εξουσίας. Υπάρχουν όμως και πολλά δίστιχα και τραγούδια που γράφτηκαν και τραγουδιόνταν για αυτόν. Ο Μεντρεσές, τελικά, κατεδαφίστηκε από τους ίδιους τους Αθηναίους το 1898, ύστερα από χρόνιο αίτημα και των αρχαιολόγων που προγραμμάτιζαν την έναρξη ανασκαφών στην περιοχή, αφήνοντας μόνο όρθια την εντυπωσιακή πύλη του. Η φυλακή εξαφανίστηκε οριστικά από την τοπογραφία της Αθήνας το 1915, όταν ένας κεραυνός κατέκαψε το μισητό σύμβολό της, τον πλάτανο.

Ο Μεντρεσές, παρόλα αυτά, εξακολούθησε να ζει στη συλλογική μνήμη της πόλης. Τα «μουρμούρικα», τα αυτοσχέδια δίστιχα που τραγουδιόνταν ψιθυριστά από τους κρατούμενους για να μην τους ακούν οι δεσμοφύλακες, είχαν περάσει τους τοίχους της φυλακής και στάθηκαν στην πλατεία του Ψυρρή, για να μεταμορφωθούν σταδιακά στα μουρμούρικα ρεμπέτικα των αρχών του 20ού αιώνα.

Τα δύο κτήρια, ο Μεντρεσές και το σπίτι του Λασσάνη, χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο, συνδέονται και με έναν άλλο, απροσδόκητο τρόπο. Τα «τραγούδια διαμαρτυρίας» του Μεντρεσέ συναντούν τη μοναδική συλλογή ελληνικών λαϊκών μουσικών οργάνων του Φοίβου Ανωγειανάκη που τα τελευταία 30 χρόνια στεγάζεται στο σπίτι του αγωνιστή και λόγιου της Επανάστασης. Και δημιουργούν ένα ιδιαίτερο ιστορικό και νοηματικό πλαίσιο για μια μουσική ιστορία. Αυτή που τραγουδήθηκε στην αυλή του Μουσείου.

Η ιστορία

Το τραγούδι, ως έκφραση καλλιτεχνική, δεν μπορεί παρά, καταρχήν, να είναι μια προσωπική δημιουργία. Με αυτή την έννοια, στην αρχική του σύλληψη τουλάχιστον, το ίδιο ισχύει και για το δημοτικό τραγούδι. Αν και στη μορφή και τη λειτουργία του συνιστά μια συλλογική καλλιτεχνική έκφραση, δεν παύει και αυτό να έχει την αφετηρία του στην έμπνευση και τη δημιουργικότητα ενός ατόμου. Η μεταμόρφωσή του σε ένα συλλογικό δημιούργημα έγκειται, μεταξύ άλλων, στη μακρά κοινωνική διαδικασία επεξεργασίας που υφίσταται, στην οποία συμμετέχει το σύνολο της κοινότητας. Έτσι, αυτό αποκτά τα γνωρίσματά της, μετατρέπεται από προσωπικό σε συλλογικό έργο και εκφράζει ολόκληρο το σύστημα των αξιών, των σχέσεων και των συμβολισμών της. Με τον καιρό καταλήγει να αποτελεί ένα ποιητικό μέσο αφήγησης της ιστορίας της και διατήρησης της μνήμης και της ταυτότητάς της.

Η ιστορία που παρουσιάζεται σε τρεις Πράξεις είναι αυτή του ελληνικού παραδοσιακού και λαϊκού τραγουδιού από την περίοδο λίγο πριν την Επανάσταση μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα. Μια πορεία που ακολουθεί την προετοιμασία του Αγώνα και την ολοκλήρωσή του, τη συγκρότηση και τα πρώτα βήματα του νέου κράτους. Μια ιστορία μέσα στην Ιστορία, δηλαδή, με βασικούς αφηγητές τα μουσικά όργανα, που πρωταγωνίστησαν στη συνοδεία του παραδοσιακού και λαϊκού τραγουδιού την περίοδο αυτή.

Πράξη 3η

Η ιστορία κλείνει με ένα είδος τραγουδιού που εμφανίζεται στις αρχές του 20ού αιώνα. Αποτελεί «πολιτιστικό προϊόν» των αστικών κέντρων που αυτή την εποχή δημιουργούνται και εξελίσσονται ραγδαία σε σχέση με τις αγροτικές κοινότητες, που χαρακτήριζαν την προηγούμενη περίοδο. Είναι το ρεμπέτικο τραγούδι, που σε αυτή την πρώιμη περίοδο, λειτουργώντας κατά βάση στο περιθώριο της κοινωνικής νόρμας, έχει βασικό εκφραστή του το μπουζούκι, χωρίς ακόμη να έχει απωλέσει τη λειτουργία και τα χαρακτηριστικά της δημοτικής μουσικής.

Πολυζώη Βασιλική Διευθύντρια, Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων «Φοίβος Ανωγειανάκης» - Κέντρο Εθνομουσικολογίας

Η Βασιλική Πολυζώη σπούδασε Ελληνική Φιλολογία και Μουσειολογία. Από το 1992 και για πολλά χρόνια εργάστηκε στο Μουσείο Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης του Υπουργείου Πολιτισμού, δουλεύοντας για κάθε σχεδόν τομέα της δραστηριότητάς του. Σχεδίασε και υλοποίησε εκπαιδευτικά προγράμματα για διαφορετικά είδη κοινού, διαχειρίστηκε μουσειακές συλλογές, χορηγικά προγράμματα, δημιούργησε και επιμελήθηκε εκδόσεις έντυπες και ψηφιακές. Συμμετείχε σε εκθέσεις άλλων Μουσείων (Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο) επιλέγοντας τα μουσειακά αντικείμενα και συγγράφοντας τα σχετικά λήμματα για τους επιστημονικούς καταλόγους των εκθέσεων. Ως επιμελήτρια του Μουσείου συνεργάστηκε για τη δημιουργία της μόνιμης έκθεσης «Άνθρωποι και Εργαλεία. Όψεις της εργασίας στην προβιομηχανική κοινωνία» και τη δημιουργία του συνοδευτικού υλικού της, όπως η μουσική ψηφιακή έκδοση «Είναι όμορφη η δουλειά μας. Επαγγέλματα στα παλιά τραγούδια» σε συνεργασία με τον μουσικολόγο Γιώργο Παπαδάκη. Από το 2019 προΐσταται στο Μουσείο Ελληνικών Λαϊκών Μουσικών Οργάνων «Φοίβος Ανωγειανάκης-Κέντρο Εθνομουσικολογίας. Έχει ασχοληθεί για πολλά χρόνια με τον παραδοσιακό χορό, μαθητεύοντας στο Λύκειο των Ελληνίδων, και με τα παραδοσιακά κρουστά με δάσκαλο τον δεξιοτέχνη μουσικό Μιχάλη Κλαπάκη (1994 έως σήμερα).

Μηταράκης Δημήτρης Μουσικός (κιθάρα, φωνή)
Σκούτας Βασίλης Μουσικός (μπουζούκι, φωνή)
Ζαρίας Γιάννης Μουσικός - Βιολιστής

Ο Γιάννης Ζαρίας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Σπούδασε κλασσικό βιολί στην Αθήνα και, μετά το δίπλωμά του, συνέχισε τις σπουδές στη τζαζ μουσική στο Conservatorium van Amsterdam, στην Ολλανδία. Είναι διδάκτορας της ειδίκευσης βιολιού του τμήματος Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας και απόφοιτος της σχολής Ηλ/γων Μηχ/κών & Μηχ/κών Η/Υ του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Η διατριβή του, με θέμα «Η Διαποίκιλση στην Ελληνική Παραδοσιακή Βιολιστική Τέχνη», έχει δημοσιευτεί από τις εκδόσεις Ορφέως (2013).

Δραστηριοποιείται στο χώρο της ελληνικής μουσικής (παραδοσιακή, ρεμπέτικο, έντεχνη), ενώ παράλληλα ασχολείται με την ευρύτερη μουσική των Βαλκανίων και τον αυτοσχεδιασμό. Είναι μέλος των μουσικών σχημάτων Rebetien, Ρεμπέτικο Τρίο (με Β. Σκούτα & Δ. Μηταράκη), Κουαρτέτο ΖαΠαΤαΒου, και του σύγχρονου τρίο εγχόρδων Frog String Trio. Έχει επίσης συνεργαστεί ως βιολιστής με πολλούς σημαντικούς μουσικούς του χώρου, τόσο σε διάφορους μουσικούς χώρους της Αθήνας, όσο και σε διάφορες μουσικές σκηνές και φεστιβάλ στην υπόλοιπη Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Από το 2007 διδάσκει βιολί και συντονίζει μουσικά σύνολα στην κατεύθυνση ελληνικής παραδοσιακής μουσικής του τμήματος Μουσικής Επιστήμης & Τέχνης του Πανεπιστήμιου Μακεδονίας, και από το 2015 και στο Μουσικό τμήμα του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Στο πλαίσιο αυτό έχει δημιουργήσει με τους φοιτητές των δυο παραπάνω τμημάτων δυο ορχήστρες τοξοτών εγχόρδων, αντίστοιχα, την «Ορχήστρα Βιολιώνε» και την «Ορχήστρα βιολιών ΕΜΠ», οι οποίες μελετάνε και παρουσιάζουνε ρεπερτόριο της ελληνικής μουσικής, των Βαλκανίων και της ευρύτερης Ανατολικής Μεσογείου.

Λαμπροπούλου Σοφία Μουσικός (κανονάκι)
Λιουδάκη Μαριάνθη Μουσικός (τραγούδι)

Σχετικές ομιλίες

"Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο" - Από το δημοτικό στο ρεμπέτικο: μια μουσική ιστορία σε τρεις Πράξεις - Πράξη 1η: Με νταούλια και ζουρνάδες 01:29:18

Σεπ 23, 2021

"Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο" - Από το δημοτικό στο ρεμπέτικο: μια μουσική ιστορία σε τρεις Πράξεις - Πράξη 1η: Με νταούλια και ζουρνάδες

Πολυζώη Βασιλική Ανδρουτσόπουλος Πέτρος Κατσιάνης Στέλιος Κοπανιτσάνος Κωνσταντίνος Μήτσου Πέτρος Νιάρχος Ανδρέας Βέη Γιώτα

Γλώσσα: Ελληνική

"Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο" - Από το δημοτικό στο ρεμπέτικο: μια μουσική ιστορία σε τρεις Πράξεις - Πράξη 2η: Ήρθαν  για να μείνουν 01:46:41

Σεπ 29, 2021

"Στο Μεντρεσέ στον πλάτανο" - Από το δημοτικό στο ρεμπέτικο: μια μουσική ιστορία σε τρεις Πράξεις - Πράξη 2η: Ήρθαν για να μείνουν

Πολυζώη Βασιλική Ανδρουτσόπουλος Πέτρος Κοπανιτσάνος Κωνσταντίνος Ζαρίας Γιάννης Κορκόβελος Κλέαρχος Λιουδάκη Μαριάνθη

Γλώσσα: Ελληνική