Bodossaki Lectures on Demand

Η «γενιά του ’30» στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής τέχνης: η προβληματική χρήση ενός αδιευκρίνιστου όρου και η κατασκευή μιας ανύπαρκτης «γενιάς» καλλιτεχνών

Ματθιόπουλος Ευγένιος

16 Ιανουαρίου 2016

ΟΜΙΛΙΕΣ
EXIT FULL SCREEN VIDEO & SLIDES
ΔΙΑΡΚΕΙΑ 22:51 ΠΡΟΒΟΛΕΣ 1802
ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ /

H ανακοίνωση αυτή έγινε στο πλαίσιο του Ε΄ Συνεδρίου Ιστορίας της Τέχνης με γενικό τίτλο «Ζητήματα ιστορίας, μεθοδολογίας, ιστοριογραφίας», που διοργάνωσαν η Εταιρεία Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (Ε.Ε.Ι.Τ.) σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη από τις 15 έως τις 17 Ιανουαρίου 2016.
 
 Η «γενιά του ’30» στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής τέχνης: η προβληματική χρήση ενός αδιευκρίνιστου όρου και η κατασκευή μιας ανύπαρκτης «γενιάς» καλλιτεχνών
  
Σημείωμα του ομιλητή
  
Η «γενιά του ’30» στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής τέχνης: η προβληματική χρήση ενός αδιευκρίνιστου όρου και η κατασκευή μιας ανύπαρκτης «γενιάς» καλλιτεχνών.
 
 Ο  όρος  «γενιά  του  ’30»  χρησιμοποιήθηκε  για  πρώτη  φορά  στα  τέλη  του  1937  από  τον  Γιώργο Θεοτοκά για να προσδιορίσει μια ομάδα λογοτεχνών συσπειρωμένη γύρω από το περιοδικό Τα Νέα Γράμματα. Στην ιστοριογραφία της νεοελληνικής λογοτεχνίας χρησιμοποιήθηκε και νομιμοποιήθηκε από τον Κ.Θ. Δημαρά, το 1949, ο οποίος και διεύρυνε καθοριστικά το σημασιολογικό πλάτος (υποδήλωση) του όρου, δίχως ωστόσο διόλου να αποσαφηνίσει το σημασιολογικό του βάθος (συνδήλωση). Έκτοτε ο όρος αποτέλεσε σημείο αμφιλεγόμενο για τους κριτικούς και ιστορικούς της λογοτεχνίας, οι οποίοι ενεπλάκησαν σε μια ατέρμονη μέχρι σήμερα διαμάχη γύρω από τη σημασία του.
 
 
Θεμελιώδες πρόβλημα στην όλη διαμάχη συνιστά η απουσία θεωρητικής επεξεργασίας της προκείμενης του όρου έννοιας της «γενιάς» καθώς και η σχεδόν ολοσχερής άγνοια της σχετικής ξενόγλωσσης βιβλιογραφίας.
 
 Στην κριτική της τέχνης, ο όρος χρησιμοποιήθηκε σποραδικά για πρώτη φορά το 1948, για να χαρακτηριστεί αόριστα μια ομάδα καλλιτεχνών που είχαν συσπειρωθεί στην ομάδα «Αρμός». Στη συνέχεια η χρήση του σπανίζει στην κριτική της τέχνης και σταδιακά αναφύεται στην ιστοριογραφία της τέχνης, όπου αρχίζει περισσότερο συστηματικά να χρησιμοποιείται από τη δεκαετία του 1970 και μετά.
  
Οι ιστορικοί της τέχνης, έχοντας παραλάβει τον όρο ως δεδομένο από το πεδίο της ιστοριογραφίας της λογοτεχνίας, παρέλαβαν εν αγνοία τους και την ανεπαρκή θεωρητική θεμελίωσή του. Επιπλέον παραθεωρούν την εσωτερική και οξύτατη στο λογοτεχνικό πεδίο συζήτηση σχετικά με τη σημασία του, παραπέμποντας, άκριτα στις περισσότερες περιπτώσεις, στις μεταξύ τους αποκλίνουσες χρήσεις του όρου από τους Κ.Θ. Δημαρά και Μάριο Βίττι.
  
Έκτοτε, αν και κανείς δεν διευκρίνισε επαρκώς τη σημασία του όρου στο πεδίο της τέχνης, ούτε τεκμηρίωσε στοιχειωδώς την ύπαρξη μιας «γενιάς του ’30» εικαστικών καλλιτεχνών, ανάλογης της ιστορικής λογοτεχνικής «γενιάς του ’30», η ύπαρξή της επιβλήθηκε εντούτοις ως αυτοαλήθεια, τόσο στην ιστοριογραφία της τέχνης, όσο και στη δημόσια σφαίρα.
 
 Στόχος της ανακοίνωσής μου είναι η ανασύσταση του όρου μέσα από την ιστορική αναδρομή των αλλοπρόσαλλων χρήσεων του στην ιστοριογραφία της τέχνης και την ανάδειξη των αξεπέραστων δυσχερειών τους, προκειμένου να υποστηρίξω τη θέση ότι «γενιά του ’30» στο πεδίο της τέχνης δεν υπήρξε και πως δεν είναι παρά μια αναδρομική ιστοριογραφική κατασκευή.

Ματθιόπουλος Ευγένιος Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης, τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας, Πανεπιστήμιο Κρήτης

Ο Ευγένιος Ματθιόπουλος είναι Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης της Δύσης, στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεργαζόμενος ερευνητής του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών-ΙΤΕ.

Το 1983 απέκτησε πτυχίο ζωγραφικής από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Το 1985 συνέχισε τις σπουδές του σε μεταπτυχιακό επίπεδο στον τομέα της Ιστορίας της Τέχνης (1985) και, μετέπειτα, στη Φιλοσοφία της Τέχνης και Αισθητικής (1987) στο Πανεπιστήμιο Paris I - Panthéon - Sorbonne. To 1997 ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Μπιεννάλε της Βενετίας 1934-1940 στο τμήμα Ιστορίας-Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Το 1995-2001, εργάστηκε ως επιστημονικός επιμελητής και αρχισυντάκτης του Λεξικού Ελλήνων Καλλιτεχνών (Μέλισσα, Αθήνα, τόμοι Α΄-Δ΄: 1997-2001).

Το 2003-2010 συνεργάστηκε ως ερευνητής με το Μουσείο Μπενάκη.

Συνεργαζόμενος ερευνητής από το 2001 και μέλος από το 2012 του Επιστημονικού Συμβουλίου του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών - Ι.Τ.Ε.

Μέλος του Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Κρήτης, 2012-2017.

Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΜΣΤ, από το 2017.

Ιδρυτικό μέρλος και Πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Ιστορικών Τέχνης (ΕΕΙΤ), από το 2016.

Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμες μελέτες για την ελληνική τέχνη, καθώς και τα βιβλία:

Η τέχνη πτεροφυεί εν οδύνη, 2005

Η ζωή και το έργο του Γιάννη Μηταράκη, 2006

Η ζωή και το έργο του Κωστή Παρθένη, 2008.

Γιώργος Πετρής, Επιθεώρηση Τέχνης. Τεχνοκριτικά κείμενα 1953 - 1986, Αθήνα – Ηράκλειο, AICA-Ελλάς, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2008.

Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα προσανατολίζονται στην Ιστορία της Τέχνης, στην Ελλάδα του 19ου και του 20ου αιώνα και εστιάζονται κυρίως στην παρέμβαση του Κράτους και το ρόλο των θεσμών στο χώρο της τέχνης, καθώς και των μηχανισμών πρόσληψης της νεωτερικής τέχνης, τόσο στο πεδίο της καλλιτεχνικής παραγωγής, όσο και στα πεδία της ιδεολογίας, της αισθητικής, της θεωρίας της τέχνης και της κριτικής.

Είναι μέλος του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδος (Ε.Ε.Τ.Ε.) και της Εταιρείας Τεχνοκριτικών Ελλάδος (AICA).

Σχετικές ομιλίες