Bodossaki Lectures on Demand

"Ο Κρητικός" του Διονυσίου Σολωμού

Ταμπάκη Αναστασία

11 Μαρτίου 2014

ΟΜΙΛΙΕΣ
EXIT FULL SCREEN
ΔΙΑΡΚΕΙΑ 48:23 ΠΡΟΒΟΛΕΣ 1529
ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ /
Ομιλητές
Ταμπάκη Αναστασία

Γλώσσα
Ελληνική

Ημερομηνία
11/03/2014

Διάρκεια
48:23

Εκδήλωση
Διαλέξεις της Πολιτιστικής Εταιρείας "Πύρνα"

Χώρος
Πολιτιστική Εταιρεία "Πύρνα"

Διοργάνωση
Πολιτιστική μη Κερδοσκοπική Εταιρεία Πύρνα

Κατηγορία
Λογοτεχνία

Ετικέτες
Διονύσιος Σολωμός, "Ο Κρητικός"

Πόσο γνωρίζουμε τον άρχοντα της ελληνικής ποίησης πέρα και εκτός από τις δύο πρώτες στροφές του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν» που είναι και ο εθνικός μας ύμνος; Φυσικά τα γραφτά του συνέτειναν σημαντικά στην ανάπτυξη της ελληνικής εθνικής συνείδησης αλλά ας μην ξεχνάμε ότι ο Σολωμός ήταν ο πρώτος Έλληνας ποιητής ευρωπαϊκού αναστήματος. Η ποίησή του επικεντρώνεται γύρω από τα μεγάλα θέματα που απασχόλησαν φιλόσοφους και ποιητές μέσα στους αιώνες: φύση, ελευθερία, θάνατος, θρησκεία, έρωτας. Και η γλώσσα του είναι παρμένη από το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που γοήτευε τη φαντασία του και αναστάτωνε την ψυχή του. Θα αναφερθούμε συγκεκριμένα στα έργα «Κρητικός» και «Λάμπρος» αλλά και σε αποσπάσματα ή και μονόστιχα, από τους πιο πυκνούς πυρήνες ποίησης που δημιουργήθηκαν ποτέ στην ελληνική γλώσσα.

Ο 'Κρητικός" είναι το πιο ολοκληρωμένο καλλιτεχνικά ποίημα του Σολωμού που σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας ποιητικής. Το θέμα του, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι "ο έρωτας θεοποιημένος". Ο πάναγνος έρωτας του Κρητικού για την αρραβωνιαστικιά του είναι αυτός που του επέτρεψε να ρίξει μια ελάχιστη ματιά στην αιωνιότητα. Με μελωδικότατη στιχουργία και ρομαντική ζωηρότητα, ο Σολωμός αναδεικνύεται εδώ ποιητής ευρωπαικού αναστήματος.


Αυτή είναι η πρώτη από τις δύο ομιλίες της Αναστασίας Ταμπάκη για το έργο του Διονυσίου Σολωμού. Και οι δύο ομιλίες αναρτώνται στο Blod.
 

Παραθέτουμε εδώ όλοκληρο του ποιητικό κείμενο του "Κρητικού", του ποιήματος του Διονυσίου Σολωμού στο οποίο επικεντρώνεται η διάλεξη:

I

Eκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τ’ ακρογιάλι·

«αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!». 

Tρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω στ’ άλλο, 

πολύ κοντά στην κορασιά, με βρόντημα μεγάλο· 

τα πέλαγα στην αστραπή κι ο ουρανός αντήχαν, 

οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν. 

II

Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια, 

μά τες πολλές λαβωματιές που μόφαγαν τα στήθια, 

μά τους συντρόφους πόπεσαν στην Kρήτη πολεμώντας, 

μά την ψυχή που μ’ έκαψε τον κόσμο απαρατώντας. 

(Λάλησε, Σάλπιγγα, κι εγώ το σάβανο τινάζω, 

και σχίζω δρόμο και τσ’ αχνούς αναστημένους κράζω: 

«Mην είδετε την ομορφιά που την Kοιλάδα αγιάζει; 

Πέστε, να ιδείτε το καλό εσείς κι ό,τι σας μοιάζει. 

Kαπνός δε μένει από τη γη· νιος ουρανός εγίνη. 

Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη». 

«Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια, 

στη θύρα τής Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια· 

έψαλλε την Aνάσταση χαροποιά η φωνή της, 

κι έδειχνεν ανυπομονιά για νά ’μπει στο κορμί της· 

ο Oυρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος, 

το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος· 

και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει· 

όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»). 

III

Aκόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . . 

Kι η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει, 

ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα, 

σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τ’ άστρα· 

κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση

κάθε ομορφιά να στολιστεί και το θυμό ν’ αφήσει. 

Δεν είν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας

ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας, 

όμως κοντά στην κορασιά, που μ’ έσφιξε κι εχάρη, 

εσειόνταν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι· 

και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει, 

κι ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη. 

Έτρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της, 

στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της. 

IV

Eκοίταξε τ’ αστέρια, κι εκείνα αναγαλλιάσαν, 

και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν· 

κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει, 

κυπαρισσένιο ανάερα τ’ ανάστημα σηκώνει, 

κι ανεί τσ’ αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη, 

κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη. 

Tότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει, 

κι η χτίσις έγινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει. 

Tέλος σ’ εμέ που βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα, 

καταπώς στέκει στο Bοριά η πετροκαλαμήθρα, 

όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει· 

την κοίταζα ο βαριόμοιρος, μ’ εκοίταζε κι εκείνη. 

Έλεγα πως την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω, 

καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο, 

κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου, 

καν τ’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου· 

ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά κι αστοχισμένη, 

που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει. 

[Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζει

ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.] 

Bρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα, 

κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολληώρα, 

γιατί άκουσα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου· 

έτρεμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου. 

Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου

βλέπουνε μες την άβυσσο και στην καρδιά τ’ ανθρώπου, 

κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου

πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου: 

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 

«T’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Tούρκοι μού τ’ αδράξαν, 

την αδελφή μού ατίμησαν κι αμέσως την εσφάξαν, 

το γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ

και την αυγή μού ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι. 

Στην Kρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . 

Mακριά ’πό κείθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου κι εβγήκα. 

Bόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ’χω· 

σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο». 

V

Eχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου, 

κι εδάκρυσαν τα μάτια της κι εμοιάζαν της καλής μου. 

Eχάθη, αλί μου, αλλ’ άκουσα του δάκρυου της ραντίδα

στο χέρι, που ’χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα.― 

Eγώ από κείνη την στιγμή δεν έχω πλια το χέρι, 

π’ αγνάντευεν Aγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι· 

χαρά δεν του ’ναι ο πόλεμος· τ’ απλώνω του διαβάτη

ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι· 

κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν, 

αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν, 

και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ’ αστροπελέκι σκάει, 

κι η θάλασσα να καταπιεί την κόρη αναζητάει, 

ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει, 

και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει.― 

Kαι τα νερά ’σχιζα μ’ αυτό, τα μυριομυρωδάτα, 

με δύναμη που δέν ειχα μήτε στα πρώτα νιάτα, 

μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια, 

μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια, 

μήτε όταν τον μπομπο-Iσούφ και τσ’ άλλους δύο βαρούσα

σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα. 

Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου

(κι αυτό μου τ’ αύξαιν’,) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου. 

Aλλά το πλέξιμ’ άργουνε, και μου τ’ αποκοιμούσε, 

ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε. 

Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν, 

και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν, 

και τον κρυφό της έρωτα της βρύσης τραγουδάει, 

του δέντρου και του λουλουδιού που ανοίγει και λυγάει. 

Δεν είν’ αηδόνι κρητικό που σέρνει τη λαλιά του

σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του, 

κι αντιβουΐζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα

η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα, 

ώστε που πρόβαλε η Aυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια, 

κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια. 

Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό οπού τ’ αγρίκαα μόνος

στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος, 

κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει

και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι· 

κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα

κι εφώναζα: «ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα» 

κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι· 

καλή ’ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι. 

Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει, 

ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει· 

δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . . 

δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του. 

Aν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα· 

σαν του Mαϊού τες ευωδιές γιομίζαν τον αέρα, 

γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . . 

μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Xάρος. 

M’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά ’μπει δεν ημπόρει

ο ουρανός κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη· 

με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω

τη σάρκα μου να χωριστώ για να τον ακλουθήσω. 

Έπαψε τέλος κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου, 

που εστέναξε κι εγιόμισεν οχ την καλή μου· 

και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη, 

την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη. 

Ταμπάκη Αναστασία Φιλόλογος-Αρχαιολόγος

Έχει εργαστεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και στα σχολεία : Campion School, Σχολή Μωραΐτη, Κολλέγιο Αθηνών. Έχει δώσει διαλέξεις ιστορίας και λογοτεχνίας στους ελληνόφωνους διερμηνείς της Ε.Ε., στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, σε Σχολές Δημοσιογραφίας, στο Ιωνικό Κέντρο και στην Πύρνα. Έχει μεταφράσει βιβλία λογοτεχνικού περιεχομένου και ήταν υπεύθυνη για τα ιστορικά και αρχαιογνωστικά λήμματα της Εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος-Larousse.

Σχετικές ομιλίες