Bodossaki Lectures on Demand

Εκλογικό Σύστημα και Ψήφος των Αποδήμων: Νομοθετικές και Αναθεωρητικές δυνατότητες

Αλιβιζάτος Νίκος, Γεραπετρίτης Γιώργος, Ανθόπουλος Χαράλαμπος, Διαμαντόπουλος Θανάσης, Καρίπογλου Αντύπας, Βενιζέλος Ευάγγελος, Αντωνοπούλου Εύα

17 Οκτωβρίου 2019

ΟΜΙΛΙΕΣ
EXIT FULL SCREEN
ΔΙΑΡΚΕΙΑ 01:56:42 ΠΡΟΒΟΛΕΣ 152

Στην εκδήλωση του Κύκλου Ιδεών που πραγματοποιήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 2019 στην Αθήνα, στο ξενοδοχείο King George, με θέμα «Εκλογικό Σύστημα και Ψήφος των Αποδήμων: Νομοθετικές και Αναθεωρητικές δυνατότητες», το αντικείμενο ήταν το εκλογικό σύστημα και η ψήφος των εκτός επικρατείας πολιτών, από δύο οπτικές γωνίες: από την οπτική γωνία των νομοθετικών δυνατοτήτων χωρίς αναθεώρηση του Συντάγματος και από την οπτική γωνία της πιθανής αναθεώρησης των σχετικών συνταγματικών διατάξεων.

Τη συζήτηση συντόνισε η δημοσιογράφος Εύα Αντωνοπουλου.

Κατά τη διάρκεια της συζήτησης έκανε παρέμβαση ο υπουργός Επικρατείας, Γιώργος Γεραπετρίτης.

Στη συζήτηση συμμετείχαν:

Νίκος Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου

O Νίκος Αλιβιζάτος, τόνισε μεταξύ άλλων: «Για τα θεμελιώδη αυτά ζητήματα του εκλογικού μας δικαίου, αναζητούνται κοινοί τόποι στις θέσεις που κατά καιρούς έχουν υποστηρίξει τα πολιτικά κόμματα, ώστε να υπάρξουν οι κατά το Σύνταγμα αναγκαίες συγκλίσεις. Για μεν την ψήφο των εκτός επικρατείας εκλογέων προτείνεται η εισαγωγή κάποιων στοιχειωδών περιορισμών στο "δίκαιο του αίματος" και την εκ γεννήσεως κτήση της ελληνικής ιθαγένειας από μετανάστες της 3ης γενιάς και των περαιτέρω. Για δε τον εκλογικό νόμο, προκειμένου να αποφευχθεί ο μείζων σκόπελος της επαναχάραξης των εκλογικών περιφερειών, προτείνεται μεν η κατάργηση του σταυρού προτίμησης και η εισαγωγή της λίστας, με δυνατότητα εν τούτοις των εκλογέων να διαγράφουν ονόματα υποψηφίων που αποδοκιμάζουν, προκειμένου να υποστηρίξουν τους υποψηφίους που προτιμούν».

Χαράλαμπος Ανθόπουλος, Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης ΕΑΠ

Ο Χαραλαμπος Ανθόπουλος στην ομιλία του ανέφερε: «Η συναίνεση η οποία διαφαίνεται στο ζήτημα της ψήφου των εκτός επικρατείας πολιτών, θα ήταν σκόπιμο να επεκταθεί και στο ζήτημα του εκλογικού συστήματος. Οι διαφορές που υπάρχουν από την προηγούμενη Βουλή μπορούν μέσα από μία διαδικασία να γεφυρωθούν. Γνωρίζουμε πλέον ότι και το προϊσχύσαν εκλογικό σύστημα και ο ισχύον εκλογικός νόμος έχουν προβλήματα. Το ζήτημα του ισχύοντος εκλογικού νόμου δεν είναι βέβαια ότι έρχεται σε αντίθεση με το Σύνταγμα, δυσκολεύει όμως μια ουσιώδη λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος το οποίο υπάρχει όσο υπάρχει κυβέρνηση η οποία έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής, επομένως η κυβερνητική σταθερότητα δεν χρειάζεται καν να αναζητηθεί σε κάποια συνταγματική διάταξη, ως ένα βαθμό είναι στοιχείο της έννοια του κοινοβουλευτικού συστήματος. Πλην όμως είναι κατά τη γνώμη μου απαραίτητο να ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι αυτό που είναι θεμελιώδες, αυτό που είναι πρώτο είναι η αντιπροσωπευτικότητα. Δεν θα πρέπει να χαθεί η ευκαιρία αυτή στην αναθεωρητική βουλή να γίνει συζήτηση για τη διόρθωση μιας καθαρής αναλογικής, την οποία πρότεινε ο Συριζα κατά κάποιο τρόπο αναχρονιστικά. Η πρόταση του Συριζα είναι η απλή αναλογική της δεκαετίας του ’20.

Υπάρχει δυνατότητα συναίνεσης και στο ζήτημα του εκλογικού συστήματος. Οι προτάσεις που αναφέρονται σε ένα "κατώφλι" πρέπει να ληφθούν υπόψη, οι προτάσεις που αναφέρονται σε μείωση του μπόνους πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη, και κυρίως δεν νομίζω ότι είναι μια καλή θεσμική πρακτική η προαναγγελία ότι εμείς θα κάνουμε δεύτερες εκλογές αν δεν περάσει η κατάργηση του εκλογικού νόμου όπως τη θέλουμε. Μπορεί να βρεθεί μια λύση η οποία θα κατοχυρώσει μια σταθερότητα του εκλογικού συστήματος».

Θανάσης Διαμαντόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης

Ακολουθεί μία σύνοψη της ομιλίας του Θανάση Διαμαντόπουλου: «Αφού εν αρχή έγινε αναφορά τόσο στα εκλογικά συστήματα που αναδεικνύουν και "καταγράφουν", ως προς το παραγόμενο αποτέλεσμα, την ιδεολογική απόσταση/γειτνίαση μεταξύ των διεκδικητών της λαϊκής ψήφου όσο και σε εκείνα που βασίζονται στην εκλογή του όλου ή της πλειονότητας των βουλευτών/αιρετών αντιπροσώπων σε μονοεδρικές περιφέρειες, εξηγήθηκαν τα πολιτικά πλεονεκτήματα των εκλογικών συστημάτων των συγκεκριμένων κατηγοριών.

Επειδή, όμως, η υιοθέτηση παρ’ ημίν τέτοιων συστημάτων θεωρήθηκε για το ορατό μέλλον εξαιρετικά απίθανη, λόγω απουσίας σχετικής πολιτικής κουλτούρας, αλλά και λόγω της αντιστάσεως/εναντίωσης ισχυρών οικονομικοπολιτικών κέντρων, η εισήγηση εστίασε μόνον στον επιθυμητό βαθμό αναλογικότητας/πλειοψηφικής δυναμικής που πρέπει να έχει ένα εκλογικό σύστημα, καθώς και στον τρόπο με τον οποίον αυτή η σχέση πρέπει να υλοποιείται. Με μεγάλο πλήθος ιστορικών παραδειγμάτων και από την ελληνική και από τη διεθνή πολιτική εμπειρία κατεδείχθησαν οι σημαντικές αρνητικές συνέπειες (πρωτίστως, αλλά όχι μόνον η ακυβερνησία) της εφαρμογής ολοσχερώς αναλογικών εκλογικών συστημάτων, ενώ δεν αξιολογήθηκε ως υπερβολικό το λεγόμενο "bonus των 50 εδρών": στην πραγματικότητα είναι, άλλωστε, πολύ μικρότερο, αφού από τις 50 "πλειοψηφικές έδρες" πρέπει να αφαιρεθούν εκείνες –κατά κανόνα τουλάχιστον περί τις 20- που θα έπαιρνε επ’ αυτών αναλογικά το πρώτο κόμμα.

Ως στοιχείο, λοιπόν, προβληματικότητας του ισχύσαντος επί μακρόν αυτού συστήματος θεωρήθηκε όχι η υπέρμετρη "πλειοψηφικότης" του, αλλά όχι αυτή είναι βίαιη και απότομη, χωρίς μάλιστα δυνατότητα στάθμισης της εκλογικής διαφοράς από το 2ο κόμμα, με αποτέλεσμα μια ψήφος να μπορεί να κρίνει την προσκύρωση 50 εδρών στο Α ή στο Β κόμμα, κάτι που οδηγεί σε απουσία αναστολών εκ μέρους των πολιτικών παικτών, άρα σε υπέρμετρη φόρτιση της πολιτικής αντιπαράθεσης, ακραία παροχολογία και σε υπονομευτική του κύρους του πολιτικού λόγου ακραία υποσχεσιολογία. Ως πολύ προτιμότερα λοιπόν –εφόσον δεν είναι πολιτικά δυνατή η εφαρμογή μιας παραλλαγής του γερμανικού- θεωρήθηκαν τα συστήματα της πρώτης περιόδου της Μεταπολίτευσης, όπου και η ενίσχυση –άνιση βέβαια- πήγαινε και στα δύο μεγάλα κόμματα, ήταν δε σταδιακή εξαρτώμενη από τα ποσοστά τους καθώς και από τη μεταξύ τους διαφορά, ενώ διασφάλιζαν σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό τη "βιοποικιλότητα" του κοινοβουλίου».

Αντύπας Καρίπογλου, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο

O Αντύπας Καρίπογλου τόνισε μεταξύ άλλων: «Ο νόμος για την άσκηση του δικαιώματος των ψηφοφόρων που βρίσκονται στο εξωτερικό αφορά μόνο όσους ήδη έχουν αυτό το δικαίωμα. Το δικαίωμά τους αυτό δεν μπορεί να περιοριστεί με κανέναν τρόπο. Αυτά που ακούγονται για προϋποθέσεις χρόνου παραμονής ή οικονομικών δεσμών με την Ελλάδα, προσκρούουν σε θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος. Αντισυνταγματική, επίσης, θα είναι κάθε "μείωση" του δικαιώματος. Η ψήφος τους θα πρέπει να επιφέρει ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα με την ψήφο που δίνεται εντός επικρατείας, δηλαδή όχι μόνο να συνυπολογίζεται στο συνολικό αποτέλεσμα, αλλά και στο αποτέλεσμα της εκλογικής περιφέρειας που είναι εγγεγραμμένος ο εκλογέας, όπως καθορίζεται στον εκλογικό νόμο. Κατά την γνώμη μου, δεν μπορούν να συσταθούν περιφέρειες εξωτερικού, με το ισχύον Σύνταγμα. Κάθε φόβος για αλλοίωση του εκλογικού σώματος με μελλοντικές πολιτογραφήσεις, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τροποποίηση του Κώδικα περί Ιθαγένειας. Το Σ. επιβάλλει την συναίνεση για την ψήφισή του, απαιτώντας αυξημένη πλειοψηφία ⅔ και κάθε προσπάθεια για να επιτευχθεί είναι επαινετέα, αλλά εντός των αυστηρών ορίων του Συντάγματος. Συμφωνία των κομμάτων για να παραβιάσουν από κοινού το Σύνταγμα, είναι αδιανόητη».

Ευάγγελος Βενιζέλος, Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης

O Ευάγγελος Βενιζέλος, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Μπορούμε να έχουμε νομοθετική πρωτοβουλία χωρίς αναθεώρηση, δηλαδή εντός του πλαισίου και των προδιαγραφών και των περιορισμών του ισχύοντος Συντάγματος; Προφανώς, διότι αν συγκεντρωθούν 2/3, καταρχάς μπορούμε να αλλάξουμε αμέσως το εκλογικό σύστημα και να πάμε στις αμέσως επόμενες βουλευτικές εκλογές με bonus και με ενισχυμένη αναλογική, χωρίς την απειλή των διπλών εκλογών. Επίσης μπορούμε να πάμε και σε ένα σχήμα για τη συμμετοχή των εκτός επικρατείας πολιτών στην εκλογική διαδικασία με σεβασμό στις προδιαγραφές του Συντάγματος.

Θα μπορούσε να διαμορφωθεί τέτοια συναίνεση 200 εδρών για οποιαδήποτε αλλαγή στον βαθμό ενίσχυσης του πρώτου κόμματος; Κατά τη γνώμη μου, όχι. Θα μπορούσε μήπως να διαμορφωθεί πλειοψηφία 180 βουλευτών διά της οποίας να καταργηθεί η εγγύηση των 2/3 στο άρθρο 54; Δηλαδή θα μπορούσε, ας πούμε, η Νέα Δημοκρατία και το ΚΙΝΑΛ στη διαδικασία αναθεώρησης να καταργήσουν τα 2/3; Αυτό μας επαναφέρει τη συζήτηση εάν είναι αναθεωρητέα η διάταξη αυτή. Το εάν υπάρχουν και οι 180, είναι μία πολιτική συζήτηση πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά δεν χρειάζεται να την κάνουμε τώρα, ο καθένας μπορεί να την κάνει νοερά αυτή την αξιολόγηση».

Αλιβιζάτος Νίκος Ομότιμος Καθηγητής, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ο Νίκος Κ. Αλιβιζάτος είναι Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949, κατάγεται όμως από την Κεφαλλονιά και τη Χίο. Πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών (1972), πήρε το διδακτορικό του στο Πανεπιστήμιο Paris II το 1977, με επιβλέποντα καθηγητή τον Georges Vedel.

Στα βιβλία του περιλαμβάνονται: Oι πολιτικοί θεσμοί σε κρίση, Όψεις της ελληνικής εμπειρίας, (Θεμέλιο, 1983), Κράτος και ραδιοτηλεόραση, Η θεσμική διάσταση (Αντ. Σάκκουλας, 1986), Ο αβέβαιος εκσυγχρονισμός (Πόλις, 2001), Πέρ' απ' το 16, Τα πριν και τα μετά (Μεταίχμιο, 2007), Το Σύνταγμα και οι εχθροί του στη νεοελληνική ιστορία, 1800-2010 (Πόλις, 2011), Ποια δημοκρατία μετά την κρίση; (Πόλις 2013).

Από το 1978, ασκεί ενεργό δικηγορία στο Συμβούλιο της Επικρατείας και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Στρασβούργου.

Γεραπετρίτης Γιώργος Υπουργός Επικρατείας

Ο Γιώργος Γεραπετρίτης είναι Υπουργός Επικρατείας.

Γεννήθηκε στην Κάρπαθο και μεγάλωσε στον Πειραιά. Είναι Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής του Τομέα Δημοσίου Δικαίου. Έχει διατελέσει επισκέπτης καθηγητής στα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Λονδίνου (London School of Economics και Institute of Advanced Legal Studies). Επίσης υπήρξε υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, του Βρετανικού Συμβουλίου, του Γαλλικού Συμβουλίου Επικρατείας και του German Marshall Fund των ΗΠΑ. Παράλληλα με την ακαδημαϊκή του πορεία, έχει αναλάβει σημαντικές θέσεις σε διεθνείς και εθνικούς οργανισμούς, έχει συμμετάσχει και σε μεγάλο αριθμό νομοπαρασκευαστικών. Είναι συγγραφέας 7 επιστημονικών βιβλίων και περίπου 100 συμβολών σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά στα ελληνικά, αγγλικά και γαλλικά, καθώς και συνεκδότης 2 συλλογικών τόμων. Έχει μεγάλο αριθμό ομιλιών σε διεθνή συνέδρια σε Ελλάδα, Ευρώπη και Αμερική και παραστάσεων ως δικηγόρος ιδιωτών, του δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας, στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης του Λουξεμβούργου και στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Στρασβούργου.

Έχει πτυχίο από το Τμήμα Νομικής, ΕΚΠΑ, LL.M. Δημοσίου Δικαίου από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου και Διδακτορικό Δίπλωμα Δικαίου από Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.

Ανθόπουλος Χαράλαμπος Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Ο Χαράλαμπος Ανθόπουλος είναι Καθηγητής Δικαίου και Διοίκησης στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Έχει διδάξει Συνταγματικό Δίκαιο και Δίκαιο των Μέσων Ενημέρωσης στο Νομικό Τμήμα του ΑΠΘ (1993-1995) και Ηθική και Δεοντολογία των Μέσων Ενημέρωσης στο ΠΜΣ του Παντείου Πανεπιστημίου «Ψυχολογία και ΜΜΕ» (2003-2009). Είναι συγγραφέας των βιβλίων Το συνταγματικό δικαίωμα στην ελευθερία της συνείδησης (1992), Το πρόβλημα της λειτουργικής δέσμευσης των θεμελιωδών δικαιωμάτων (1993), Εθελοντισμός, Αλληλεγγύη και Δημοκρατία (2000), Προστασία κατά του ρατσισμού και ελευθερία της πληροφόρησης (2000), Νέες διαστάσεις των θεμελιωδών δικαιωμάτων (2001), Εκλογικά συστήματα και συνταγματικές δεσμεύσεις (2016) και εξήντα πέντε νομικών μελετών δημοσιευμένων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους κατά την περίοδο 1993-2018.

Διαμαντόπουλος Θανάσης Ομότιμος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης Παντείου Πανεπιστημίου

Ο καθηγητής Θανάσης Διαμαντόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα τον Αύγουστο του 1951. Πτυχιούχος της Νομικής Αθηνών (αρχικά του νομικού, μετέπειτα του πολιτικού τμήματος), καθώς και της Φιλοσοφικής Αθηνών (τμήματος Φιλοσοφίας - Παιδαγωγικής - Ψυχολογίας, κατεύθυνσης Ψυχολογίας), μεταπτυχιακός διπλωματούχος (D.Ε.Α.) και διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Paris I - Σορβόνης (στα Συγκριτικά Πολιτικά Συστήματα), διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και, ως προσκεκλημένος καθηγητής, στο Ινστιτούτο Πολιτικών Επιστημών της Λίλης. Ειδικεύεται στη θεωρία των πολιτικών κομμάτων-κομματικών συστημάτων, όπως επίσης στην ελληνική πολιτική ζωή του 20ού αιώνα και στα εκλογικά συστήματα. Έχει συνεργασθεί επί χρόνια, ως πολιτικός σχολιαστής-αναλυτής, με την "Καθημερινή", τον "Οικονομικό Ταχυδρόμο", τον "Τύπο της Κυριακής" και το ραδιοσταθμό "Αθήνα-9.84". Είναι συγγραφέας πολλών βιβλίων με θέμα την εξουσία, τα πολιτικά κόμματα και τη σύγχρονη ελληνική πολιτική.

Καρίπογλου Αντύπας Δικηγόρος

Ο Αντύπας Καρίπογλου είναι δικηγόρος και πρώην πρόεδρος του κόμματος Δράση.

Γεννήθηκε στη Δράμα το 1964. Σπούδασε νομικά και δημόσιο διεθνές δίκαιο στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Είναι Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και ζει και εργάζεται στη Δράμα.

Ήταν ιδρυτικό μέλος των Φιλελευθέρων και μέλος του προεδρείου τους σε όλη την διάρκεια λειτουργίας τους. Το 2009 ήταν, μαζί με τον Στέφανο Μάνο, ιδρυτικό μέλος του πολιτικού κόμματος «Δράση». Στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου 2012, ήταν υποψήφιος βουλευτής της Δράσης στην Εκλογική Περιφέρεια της Δράμας. Στις εκλογές του Ιουνίου 2012 ήταν τρίτος στην εκλογική λίστα του εκλογικού συνασπισμού δημιουργία, ξανά! (συνεργασία Δράσης - δημιουργίας, ξανά! - Φιλελεύθερης Συμμαχίας) στην Β΄ Εκλογική Περιφέρεια Αθηνών.

Στις 3 Ιουλίου 2012 εξελέγη πρόεδρος της Δράσης από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος, διαδεχόμενος τον ιδρυτή του κόμματος Στέφανο Μάνο.

Στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 ήταν έκτος στο ψηφοδέλτιο επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας.

Βενιζέλος Ευάγγελος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου, Πρώην Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης

Ο Ευάγγελος Βενιζέλος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1957. Είναι παντρεμένος από το 1980 με τη δικηγόρο Βασιλική Μπακατσέλου, με την οποία έχει μία κόρη, την Ελβίνα.

Αμέσως μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, το Σεπτέμβριο του 1974, εισάγεται στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του συμμετείχε ενεργά στο φοιτητικό κίνημα και διετέλεσε μέλος του Κεντρικού Συμβουλίου της Φοιτητικής Ένωσης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1977) και της Εθνικής Φοιτητικής Ένωσης Ελλάδος (1975).

Αποφοίτησε από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 1978 και πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού ΙΙ. Το 1980 αναγορεύθηκε Διδάκτωρ Νομικής στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου το 1984 εξελέγη υφηγητής και στη συνέχεια καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου. Παράλληλα άσκησε το λειτούργημα του δικηγόρου στο Συμβούλιο της Επικρατείας και στον Άρειο Πάγο. Σήμερα διατηρεί την ιδιότητα του καθηγητή του Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του δικηγόρου στα ανώτατα δικαστήρια.

Στην ακαδημαϊκή του πορεία, δημοσίευσε μεγάλο αριθμό μελετών, μονογραφιών, σχολίων σε δικαστικές αποφάσεις και διδακτικών συγγραμμάτων. Έχουν επίσης κυκλοφορήσει άρθρα, δοκίμια και  βιβλία του για διάφορα πολιτικά ζητήματα: το ρόλο των μέσων μαζικής ενημέρωσης στις μοντέρνες δημοκρατίες, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, την ελληνική εξωτερική πολιτική, την πολιτιστική πολιτική, τις πολιτικές ανάπτυξης κ.ά..

Κατάλογος δημοσιευμάτων (μελετών, βιβλίων κ.ο.κ.) του Ευάγγελου Βενιζέλου είναι διαθέσιμος στην προσωπική του ιστοσελίδα.

Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Εθνικού Κέντρου Δημόσιας Διοίκησης και μέλος της Επιτροπής Τοπικής Ραδιοφωνίας (ανεξάρτητη αρχή αρμόδια για την εποπτεία των ραδιοφωνικών σταθμών).

Τον Οκτώβριο του 1993 εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής του ΠΑΣΟΚ στην Α’ Περιφέρεια Θεσσαλονίκης, θέση που διατήρησε σε επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις (1996, 2000, 2004, 2007, 2009 και 2012 /Μάιος, 2012/ Ιούνιος, 2015).

Ως  βουλευτής, ήταν ο γενικός εισηγητής της Αναθεώρησης του Ελληνικού Συντάγματος του 2001 (1995 – 2001).

Από το 1993 έχει υπηρετήσει σε διάφορες υπουργικές θέσεις:
Υπουργός  Τύπου και Μ.Μ.Ε. – Κυβερνητικός Εκπρόσωπος (1993-1995), Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών (1995-1996), Υπουργός Δικαιοσύνης (1996), Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού (1996-1999), Υπουργός Ανάπτυξης ( Ενέργειας, Βιομηχανίας, Εμπορίου, Τουρισμού και Τεχνολογίας 1999-2000), για δεύτερη φορά Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, αρμόδιος και για το συντονισμό της προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων ΑΘΗΝΑ 2004 (2000-2004), Υπουργός Εθνικής Άμυνας (2009-2011), Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Οικονομικών (2011-2012).

Διετέλεσε μέλος της Κεντρικής Επιτροπής και του Εκτελεστικού Γραφείου του ΠΑΣΟΚ.

Στις 18 Μαρτίου 2012 εξελέγη Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με την άμεση ψηφοφορία της κοινωνικής βάσης.

Στις 25 Ιουνίου του 2013, ανέλαβε Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης και Υπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση συνεργασίας που σχηματίστηκε τον Ιούνιο του 2012 και ολοκλήρωσε τη θητεία της με τις εκλογές της 25.1.2015.

Η θητεία του ως Προέδρου του ΠΑΣΟΚ, όπως ο ίδιος ζήτησε μετά τις εκλογές της 25.1.2015, έληξε στις 14 Ιουνίου 2015 με τη διεξαγωγή του 10ου συνεδρίου και την εκλογή του νέου Προέδρου του ΠΑΣΟΚ.

Είναι Αντιπρόεδρος της Σοσιαλιστικής ομάδας της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης των 48 κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Ιστότοπος του Ευάγγελου Βενιζέλου

Αντωνοπούλου Εύα Δημοσιογράφος

Η Εύα Αντωνοπούλου γεννήθηκε στο Weymooth της Μεγάλης Βρετανίας. Είναι απόφοιτος του τμήματος Νομικών και Οικονομικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει εργαστεί στην ΕΡΤ 3, τον Alpha και τον Antenna. Η πρώτη επαφή με το ραδιόφωνο έγινε στο Ράδιο Θεσσαλονίκη και τον Ερωτικό fm και στη συνέχεια στον Orange και τον Angel. Έχει γράψει σε γυναικεία έντυπα, ελεύθερα θέματα με μια έμφαση στα θέματα διατροφής και καλής ζωής. Σήμερα, παρουσιάζει το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΙ.

Σχετικές ομιλίες