Bodossaki Lectures on Demand

Ειδική Συνεδρία: Ερυθρά Θάλασσα: Ωκεανογραφία πέρα από τα όρια της Μεσογείου - Deep-Water Coral Findings in the Red Sea through High Resolution Multibeam Topography and Underwater Visual Surveys

Παναγιωτόπουλος Γιάννης

10 Μαΐου 2012

ΟΜΙΛΙΕΣ
EXIT FULL SCREEN VIDEO & SLIDES
ΔΙΑΡΚΕΙΑ 18:14 ΠΡΟΒΟΛΕΣ 1285
ΔΙΑΦΑΝΕΙΕΣ /

Βιολογικές έρευνες στην Κεντρική Ερυθρά Θάλασσα υποστηριζόμενες από πολυδεσμική βυθομετρία και υποθαλάσσιες παρατηρήσεις και δειγματοληψίες με την χρήση υποβρυχίων οχημάτων

Η αποτύπωση της μορφολογίας περιοχών του πυθμένα της Κεντρικής Ερυθράς Θάλασσας μέσω πολυδεσμικής βαθυμετρίας σε συνδυασμό με παρατηρήσεις και δειγματοληψίες πραγματοποιούμενες από υποβρύχια οχήματα (ROV και επανδρωμένο βαθυσκάφος) έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην εκπλήρωση καινούργιων βιολογικών στόχων όπως:
 

  • Στην εξερεύνηση μιας νεο-ανακαλυφθείσης (2010) από το ROV Max Rover του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. αλμυρής λίμνης (επoνομαζόμενης Thuwal Seeps), ευρισκόμενης σε απόσταση μόλις 20 km από την Σαουδαραβική ακτογραμμή και σε βάθος περίπου 860 m. Βέβαια, στην ρηξιγενή ζώνη της Ερυθράς Θάλασσας (που βρίσκεται 120 km μακριά από την ακτογραμμή) έχουν βρεθεί κατά το παρελθόν άλλες 15 αλμυρές λίμνες (brine pools), οι οποίες, ωστόσο, είναι πιο θερμές και πιο αλμυρές από την λίμνη Thuwal Seeps (το θερμοκρασιακό εύρος τους κυμαίνεται από 25-70οC, ενώ η αλατότητα τους μπορεί να φθάσει τιμές έως και 270‰), το δε υδροθερμικό μοντέλο ανάπτυξης τους δεν φαίνεται ότι μπορεί να ισχύει και για την νεο-ανακαλυφθείσα αλμυρή λίμνη. Το εντυπωσιακό με την λίμνη Thuwal Seeps είναι ότι αποτελεί μια πραγματική όαση βιοποικιλότητας παρόλο τις υφιστάμενες ακραίες φυσικές συνθήκες όπως αλατότητα της τάξης του 70‰, μικρές τιμές διαλυμένου οξυγόνου, μεγάλες συγκεντρώσεις υδροθείου καθώς και πολύ υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων στο αλμυρό υδάτινο διάλυμα.
  • Στην ανακάλυψη κοραλλιών βαθιών νερών (σε βάθη από 300-700 m) σε μια θάλασσα τροπική όπως είναι η Ερυθρά. Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ότι τα κοράλλια βαθιών νερών αναπτύσσονται σε ψυχρές υδάτινες μάζες (με την θερμοκρασία να φθάνει και τους 4οC), ωστόσο, η ανακάλυψη κοραλλιών (των τάξεων antipatharia και scleractinia) στα βαθιά τροπικά νερά της Ερυθράς Θάλασσας, τα οποία έχουν μέση θερμοκρασία περίπου 22οC, μας δίνει το έναυσμα να αναθεωρήσουμε αρκετές από τις γνώσεις που αφορούν την κατανομή και οικολογία των κοραλλιών βαθιών νερών.
  • Στην εξερεύνηση της βιοποικιλότητας στην ζώνη του «λυκόφωτος» (σε βάθη από 60-300 m) της περιοχής των υφάλων που εκτείνεται κατά μήκος της Σαουδαραβικής ακτογραμμής. Οι υπάρχουσες σχετικές πληροφορίες είναι ελάχιστες και έτσι με την καινούργια γνώση θα μπορέσουμε να αξιολογήσουμε την σπουδαιότητα των βιοκοινωνιών των βαθύτερων υφάλων και κατά πόσο αυτές συσχετίζονται με τις αντίστοιχες βιοκοινωνίες των ρηχών υφάλων.
  • Στην βαθμονόμηση και εγκυροποίηση ενός βιοφυσικού μοντέλου που έχει σαν στόχο τον καθορισμό των μηχανισμών διασποράς των προνυμφών κοραλλιών και ψαριών στην περιοχή των υφάλων που εκτείνεται κατά μήκος της Σαουδαραβικής ακτογραμμής. Τα αποτελέσματα αυτού του μοντέλου θα βοηθήσουν στην ακριβέστερη οριοθέτηση των προστατευόμενων θαλάσσιων τμημάτων της περιοχής.

Παναγιωτόπουλος Γιάννης Επιστημονικός Συνεργάτης, Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών
Ο Δρ Γιάννης Παναγιωτόπουλος εργάζεται ως επιστημονικός συνεργάτης στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε.) τα τελευταία 5-6 χρόνια. Είναι κάτοχος Πτυχίου Γεωλογίας (βαθμός: 7.5/10) από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας (1984), Μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (MSc) στην Γεωλογική Ωκεανογραφία από το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1988), και Διδακτορικού Διπλώματος στην Δυναμική Ιζηματολογία (Sediment Dynamics) από το τμήμα Ωκεανογραφίας του Πανεπιστημίου του Southampton, UK (1996). Οι διδακτορικές σπουδές χρηματοδοτήθηκαν από το Πρόγραμμα MAST της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (awarding letter: B/MAST/923023).

Ο Δρ Παναγιωτόπουλος κατά την διάρκεια της συνεργασίας του με το ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε. έχει ασχοληθεί τόσο με την ολοκληρωμένη διαχείριση της Ελληνικής παράκτιας ζώνης όσο και με την αξιολόγηση της ποιότητας των ιζημάτων σε πολλές παράκτιες περιοχές της Ελληνικής Επικράτειας.

Τα τελευταία 2 χρόνια ο Δρ Παναγιωτόπουλος χειρίζεται τα πολυδεσμικά βυθομετρικά συστήματα (SeaBeam 2120, SeaBeam 1180, RESON 7125) των ερευνητικών σκαφών του ΕΛ.ΚΕ.Θ.Ε, ενώ συμμετέχει και στην παραγωγή βαθυμετρικών χαρτών καθώς και μωσαϊκών του θαλάσσιου πυθμένα.

Ο Δρ Παναγιωτόπουλος έχει συμμετάσχει σε πολλούς ωκεανογραφικούς πλόες τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ερυθρά Θάλασσα, έχει μεγάλη εμπειρία σε εργασίες πεδίου που αφορούν θέματα θαλάσσιας γεωλογίας, ενώ έχει δημοσιεύσει άρθρα του σε έγκριτα Διεθνή επιστημονικά περιοδικά και έχει παρουσιάσει επιστημονικές εργασίες του τόσο σε Ελληνικά όσο και σε Διεθνή συνέδρια.

Σχετικές ομιλίες