ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΟΜΙΛΙΑΣ

 

Τίτλος:

Οι 36 Ελληνικοί Χοροί του Νίκου Σκαλκώτα από μια προσωπική σκοπιά. Μικρό ιστορικό μιας πρώτης ηχογράφησης και μιας πρώτης εκτέλεσης
 

Ομιλητής:

Φιδετζής Βύρων
 

Γλώσσα:

Ελληνική
 

Ημερομηνία:

28/04/2015
 

Διάρκεια:

24:56
 

Εκδήλωση:

Οι Ελληνικοί Χοροί του Νίκου Σκαλκώτα (συμπόσιο)
 

Διοργανωτής:

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών
 

Χώρος:

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα "Δημήτρης Μητρόπουλος")
 

Κατηγορία:

Τέχνες / Πολιτισμός
 

Ετικέτες

ελληνική μουσική , Νίκος Σκαλκώτας , 36 ελληνικοί χοροί του Σκαλκώτα
 
 
 
Δεκαέξι γνωστοί μουσικολόγοι, ερευνητές, συνθέτες και ερμηνευτές συμμετείχαν στο διήμερο Συμπόσιο με τίτλο "Οι ελληνικοί χοροί του Νίκου Σκαλκώτα", το οποίο στοχεύει να φωτίσει πλευρές του μεγάλου αυτού έργου του Νίκου Σκαλκώτα, κρίσιμου για την ελληνική μουσική ως προς τη σύνθεση, τις διάφορες γραφές και πηγές, την ιστορική και αισθητική προσέγγιση, τη σχέση με τη δημοτική παράδοση, την εκτέλεση και την υποδοχή του. 

Επιστημονικός υπεύθυνος της εκδήλωσης ήταν ο αρχιμουσικός Νίκος Χριστοδούλου, ενώ την Οργανωτική επιτροπή αποτέλεσαν οι Γιώργος Ζερβός, Νίκος Μαλιάρας, Χάρης Ξανθουδάκης, Λορέντα Ράμου και Νίκος Χριστοδούλου.

Το Blod βιντεοσκόπησε και δημοσιεύει τις 5 ομιλίες της πρώτης ημέρας του Συμποσίου, καθώς και την Ανοιχτή Δοκιμή με τίτλο «Στο εργαστήρι του Σκαλκώτα», η οποία έγινε το ίδιο βράδυ στην αίθουσα "Δημήτρης Μητρόπουλος"  του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, στην οποία συμμετείχαν «Οι μουσικοί της Καμεράτα-Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής». Σε ανοιχτή αυτή για το κοινό δοκιμή της ορχήστρας, ο αρχιμουσικός Νίκος Χριστοδούλου παρουσίασε τους ριζικά πρωτοποριακούς Χορούς του Σκαλκώτα, μαζί με πρώιμες ηχογραφήσεις δημοτικών τραγουδιών (από το Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο της Μέλπως Μερλιέ), τα οποία ο Σκαλκώτας μετέγραψε σε παρτιτούρα, ανέλυσε και χρησιμοποίησε στους Ελληνικούς Χορούς του.


Νίκος Σκαλκώτας 

O Niκos Σκαλκώτας γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1904, σε μουσική οικογένεια. Το 1909 η οικογένεια του εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Πολύ πρώιμα ο Σκαλκώτας φανέρωσε μεγάλο μουσικό ταλέντο και πέντε χρόνων ξεκίνησε μαθήματα βιολιού με το θείο του Κώστα Σκαλκώτα. Το 1912 γράφτηκε στο Ωδείο Αθηνών, απ’ όπου αποφοίτησε το 1920 και πήρε το δίπλωμα βιολιού με χρυσό μετάλλιο και υποτροφία Συγγρού.
 
Το 1921, με Αβερώφειο υποτροφία, πήγε στο Βερολίνο και γράφτηκε στην Ανώτατη Σχολή Μουσικής στην τάξη βιολιού του Βίλλυ Es. Το 1923 αποφάσισε να στραφεί οριστικά στη σύνθεση, εγκαταλείποντας τη σταδιοδρομία του σολίστ βιολιού. Σπούδασε σύνθεση με τον Πάουλ Γιουόν, τον Κούρτ Βάιλ και αργότερα τον Φίλιπ Γιάρναχ (1925-1927). Το χρόνια εκείνα ζούσε στο Βερολίνο μαζί με τη βιολονίστα, συμφοιτήτριά του, Ματίλντε Τέμκο. Απέκτησαν δύο παιδιά, από τα οποία έζησε μόνον το δεύτερο, μια κόρη. Καθώς το 1924 τελείωσε η υποτροφία του, εργαζόταν ως βιολιστής, επίσης πιανίστας και μαέστρος, σε κέντρα (καφέ), ξενοδοχεία, βωβό κινηματογράφο, ηχογραφήσεις. Το 1927 πήγε στην περίφημη τάξη σύνθεσης (Meisterklasse) του Άρνολντ Σένμπεργκ στην Πρωσική Ακαδημία της Τέχνης του Βερολίνου και σπούδασε μαζί του ώς το 1932. Ο Σέμνπεργκ έδειχνε κατόπιν πάντοτε ξεχωριστή εκτίμηση στον Σκαλκώτα. Ο Σκαλκώτας, πριν ακόμη τη γνωριμία του με τον Σένμπεργκ, συνέθετε συνεχώς στο Βερολίνο και ορισμένα έργα του παίχτηκαν στο Βερολίνο και στην Αθήνα. Το 1928, λίγους μήνες αφ’ ότου ξεκίνησε τις σπουδές με τον Σένμπεργκ, άρχισε να δέχεται οικονομική υποστήριξη, ως υποτροφία, από τον Μανόλη Μπενάκη και ως ανταπόδοση ασχολούταν με αγοραπωλησίες μουσικών χειρογράφων που ενδιέφεραν τον Μπενάκη. Η υποστήριξη του Μπενάκη διακόπηκε το 1931. Δεν είναι πλήρως γνωστές οι συνθήκες της σχέσης του με την Τέμκο, σχέση η οποία ήταν ιδιόμορφη, και πότε τελείωσε (αν και αλληλογραφούσαν ως το 1937). Από το 1931 η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε, ενώ αντιμετώπισε και  ορισμένα προβλήματα υγείας. Το 1933 αναγκάστηκε τελικά, λόγω ανυπέρβλητων οικονομικών προβλημάτων, να επιστρέψει στην Αθήνα. Από τότε για όλη τη ζωή του εργάστηκε, για βιοπορισμό, στα τελευταία αναλόγια των πρώτων βιολιών στις τότε συμφωνικές ορχήστρες της Αθήνας (ορχήστρες του Ωδείου Αθηνών – μετέπειτα Κρατική Ορχήστρα, της Ραδιοφωνίας και της Λυρικής Σκηνής).
 
Ως συνθέτης ο Σκαλκώτας εργάστηκε απομονωμένος. Η μουσική του αντιμετώπισε την αδιαφορία ή την αντίδραση λόγω της ατονικής γλώσσας και των τεχνικών της απαιτήσεων. Έργα του δεν παίχτηκαν στην Ελλάδα μετά την επιστροφή του, εκτός από λίγα τονικά του μπαλέτα και πολύ λίγους από τους 36 Ελληνικούς Χορούς. Υπήρξε φύση πολύ εσωστρεφής. Αγνοώντας τις δυσκολίες και την απομόνωση συνέχισε να συνθέτει έντονα και παραγωγικά ώς τον πρόωρο θάνατό του (πολλά έργα του είναι φανερό ότι γράφτηκαν για ορχήστρα με αριθμητικό μέγεθος και δυνατότητες που σίγουρα δεν υπήρχαν τότε στην Ελλάδα). Αν και η μουσική του αγνοήθηκε ενόσω ζούσε, ο Σκαλκώτας είχε πάντοτε κάποια ιδιαίτερη φήμη, όπως, για παράδειγμα, φαίνεται στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια του 1934, όπου οι Ελληνικοί Χοροί του, πριν ακόμη ολοκληρωθούν, αναφέρονται ήδη ως σημαντικό επίτευγμα. Κατά τη Γερμανική κατοχή κρατήθηκε ενάμισυ μήνα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Το 1946 παντρεύτηκε την πιανίστα Μαρία Παγκαλή και απέκτησε δύο γιούς. Το 1949, λίγο πριν από την γέννηση του δεύτερου γιού του, πέθανε από κρίση παραμελημένης κήλης, σε ηλικία σαρανταπέντε ετών.
 
Ο Σκαλκώτας παρά την σύντομη ζωή του άφησε μεγάλο έργο. Στα έργα του, τα οποία ξεπερνούν κατά τον Τζον Θόρνλεϊ τα 110, περιλαμβάνονται έργα για ορχήστρα (δύο μεγάλες Σουίτες για ορχήστρα, η εισαγωγή Η Επιστροφή του Οδυσσέα, εννιά κοντσέρτα, οι 36 Ελληνικοί Χοροί, η Κλασσική Συμφωνία για πνευστά, η Συμφωνιέττα, τα μπαλέτα Η Λυγερή και ο ΧάροςΗ Θάλασσα, Τέσσερεις Εικόνες κ.ά.), έργα για ορχήστρα εγχόρδων (10 Μουσικά Σκίτσα, Μικρή Σουίτα), έργα μουσικής δωματίου (κουαρτέττα εγχόρδων, τρίο, σονάτες, σονατίνες και κομμάτια για βιολί και πιάνο, βιολοντσέλλο και πιάνο, διάφορα πνευστά και πιάνο), έργα για πιάνο (32 κομμάτια κ.ά.), τραγούδια, έργα για χορωδία, σκηνική μουσική (Με του Μαγιού τα Μάγια).
 
Η ιδιαίτερη διεθνής φήμη του Σκαλκώτα, ύστερα από το θάνατό του, δημιουργήθηκε κυρίως από τα ατονικά και τα δωδεκαφθογγικά έργα του, καθώς και τους Ελληνικούs Χορούς. Οι πρώτες ατονικές του συνθέσεις χρονολογούνται πριν από την επαφή του με τον Σένμπεργκ. Ο Δημήτρης Μητρόπουλος (που αργότερα αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην διεύθυνση ορχήστρας) και ο Σκαλκώτας υπήρξαν οι πρώτοι έλληνες συνθέτες οι οποίοι, ήδη από την δεκαετία του 1920, έγραψαν ατονικά έργα και χρησιμοποίησαν δωδεκαφθογγική μέθοδο. Ο Σκαλκώτας έγραψε ωστόσο επίσης πολλά σημαντικά έργα σε τονικό ιδίωμα. Είναι μια σπάνια περίπτωση δημιουργού, ο οποίος χρησιμοποιεί και εξερευνά όλες τις σημαντικές και σύγχρονες τάσεις της εποχής του, καθοριστικές στη μουσική του 20ού αιώνα: ατονικότητα, δωδεκαφθογγισμό (σειραϊκή ατονικότητα), προχωρημένη τονικότητα, νεοκλασικισμό. Σε όλη την πορεία του δουλεύει παράλληλα ή διαδοχικά τόσο σε ατονική όσο και τονική γλώσσα, γεγονός ασυνήθιστο – δεν υπάρχει δηλαδή διάκριση τονικής και ατονικής περιόδου στο έργο του. Τα ατονικά του έργα βρίσκονται στην αιχμή της αντίστοιχης κύριας ευρωπαϊκής πρωτοπορίας, της γνωστής ως Δεύτερη Σχολή της Βιέννης, την οποία διευρύνουν, ενώ με την τονική του δημιουργία (όπως τους 36 Ελληνικούς Χορούς, μπαλέτα) ο Σκαλκώτας αποτελεί μορφή νέας εθνικής σχολής.
 
Eκτός από την πρωτοτυπία και την ασυνήθιστη ευρύτητα του ύφους, βασικό χαρακτηριστικό στον Σκαλκώτα είναι η εξαιρετική του ικανότητα στη σύλληψη και τη δημιουργία των μουσικών μορφών. Οι μορφές του είναι πρωτότυπες και χαρακτηριστικά «στρατηγικές», όσον αφορά στη λειτουργία και την πλοκή των μουσικών τους στοιχείων. Σε ορισμένα του έργα εμφανίζεται δημιουργός νέων μορφών. Ο Σκαλκώτας σύντομα ανέπτυξε μιά πολύ προσωπική και πρωτότυπη δωδεκαφθογγική σειραϊκή μέθοδο. Χρησιμοποιεί κατά τη σύνθεση ενός έργου μια οργανωμένη ομάδα δωδεκάφθογγων σειρών, αντίθετα με τη βασική αντίληψη του Σένμπεργκ για τη χρήση μίας μόνο σειράς. Η ομάδα σειρών του Σκαλκώτα έχει θεματική και αρμονική λειτουργία. Είναι ο πρώτος ιστορικά συνθέτης που συνέθεσε δωδεκαφθογγικό κοντσέρτο, το Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 1, το 1931 (έντεκα χρόνια πριν από τον Σένμπεργκ), όπως και ο πρώτος που έγραψε ατονικό Κοντσέρτο για κοντραμπάσο.
 
Σημαντικό χαρακτηριστικό στη μουσική του Σκαλκώτα είναι επίσης η συστηματική παρουσία στοιχείων δημοτικής μουσικής σε έργα του. Για ένα διάστημα μετέγραψε επαγγελματικά από ηχογραφήσεις και ανέλυσε ελληνικά δημοτικά τραγούδια. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, και ιστορικά πρωτότυπη, είναι η χρήση δημοτικών στοιχείων σε ατονικά έργα του. Τα τονικά έργα με δημοτικά στοιχεία περιλαμβάνουν τους Ελληνικούs Χορούς.
 
Νίκος Χριστοδούλου
 
 
 
  • Μαέστρος, τσελίστας και μελετητής της ελληνικής μουσικής
    Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Βιολοντσέλο µε τον Μανώλη Καζαµπάκα και ανώτερα θεωρητικά µε τον Σόλωνα Μιχαηλίδη στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Με υποτροφία του ΙΚΥ συνέχισε τις σπουδές του βιολοντσέλου στη Μουσική Ακαδηµία της Βιέννης µε τους Βλ. Ορλόφ, Α. Ναβάρα και Σ. Μπένες και πήρε το δίπλωµα του το 1975. Παράλληλα φοίτησε, στην ίδια σχολή, στην τάξη διεύθυνσης ορχήστρας του Χανς Σβαρόφσκι από το 1973 έως το 1977, οπότε πήρε και το δίπλωµα διεύθυνσης ορχήστρας. Παρακολούθησε επίσης σεµινάρια µε τους αρχιµουσικούς Μιλτιάδη Καρύδη (Βιέννη) και Ότµαρ Σουίτνερ (Βαϊµάρη).

    Έχει εµφανιστεί ως σολίστ και ως διευθυντής ορχήστρας µε όλες τις ελληνικές συµφωνικές ορχήστρες, καθώς και µε ξένα συγκροτήµατα στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Συνεργάστηκε επί πολλά χρόνια µε την Εθνική Λυρική Σκηνή, όντας από το 1985 έως το 1992 µόνιµος αρχιµουσικός της. Από τον Σεπτέµβριο του 1990 ως το 1992 ήταν επικεφαλής αρχιµουσικός της Κρατικής Φιλαρµονικής του Αικατερίνενµπουργκ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και από το 1992 είναι προσκεκληµένος αρχιµουσικός της «Καπέλα Ρωσία», στη Μόσχα (πρώην ορχήστρας του Υπουργείου Πολιτισµού της ΕΣΣΔ). Υπήρξε παράλληλα προσκεκληµένος αρχιµουσικός της Συµφωνικής Ορχήστρας του Πάζαρτζικ της Βουλγαρίας από το 1990 ως το 1999, οπότε έγινε, µέχρι το 2001, καλλιτεχνικός της διευθυντής. Την περίοδο 2000-2005 είχε την καλλιτεχνική ευθύνη της Συµφωνικής Ορχήστρας του Δήµου Θεσσαλονίκης. Από το 1987 είναι µόνιµος αρχιµουσικός της ΚΟΑ, και από το 2004 έως το 2011 υπήρξε και ο καλλιτεχνικός της διευθυντής. Τον Νοέμβριο του 2016 ανέλαβε την Καλλιτεχνική Διεύθυνση της Φιλαρμόνιας Ορχήστρας Αθηνών.

    Έχει ηχογραφήσει τις όπερες του Σ. Σαµάρα: Ρέα, Μάρτυς, Ξανθούλα, Δεσποινίς ντε Μπελ-ιλ, Τίγκρα, καθώς και το λυρικό κύκλο "Τα Επινίκια", τις όπερες του Π. Καρρέρ: "Κυρά Φροσύνη", "Δέσπω" την όπερα του Δ. Μητρόπουλου: "Αδελφή Βεατρίκη", τους 36 Ελληνικούς χορούς του Ν. Σκαλκώτα στην πρώτη συνολική παγκόσµια ηχογράφηση τις τρεις συµφωνίες του Μ. Καλοµοίρη: όλα τα Συµφωνικά του Ποιήµατα, το Τρίπτυχο, τις Ραψωδίες καθώς και τις όπερές του "Ανατολή" και "Κωνσταντίνος Παλαιολόγος" τα ορχηστρικά άπαντα, του Γ. Κωνσταντινίδη και τον "Ύµνο στην Ελευθερία" του Ν. Χ. Μάντζαρου στην πλήρη και πρωτότυπη µορφή του. Επίσης έργα των Γ. Σισιλιάνου, Δ. Δραγατάκη, Α. Ευαγγελάτου, Δ. Λιάλιου, Δ. Λαυράγκα, Μ. Βάρβογλη, Π. Πετρίδη, Αιµ. Ριάδη, Γ. Αξιώτη, Θ. Αντωνίου, Μ. Θεοδωράκη, Ι. Χαλιάσα, Π. Κούκου, Σ. Ζάνα Σ. Μιχαηλίδη, Θ. Καρυωτάκη, Χ. Ξανθουδάκη, Δ. Μαραγκόπουλου, Φ. Τσαλαχούρη κ.ά.
     
    Δίδαξε µορφολογία και ιστορία της ελληνικής µουσικής στα τµήµατα µουσικών σπουδών του Πανεπιστηµίου Αθηνών και του Ιονίου Πανεπιστηµίου, του οποίου υπήρξε επί σειρά ετών μέλος της Διοικούσας Επιτροπής και τον Οκτώβριο του 2012 εξελέγη μέλος του  Διοικητικού  Συμβουλίου  του.  Επίσης δίδαξε Ιστορία και Αισθητική της Ελληνικής Όπερας στο µεταπτυχιακό πρόγραµµα του Τµήµατος Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστηµίου Αθηνών. Διετέλεσε Πρόεδρος  της  Καλλιτεχνικής  Επιτροπής των Μουσικών Σχολείων της χώρας (1994-2005).

    Η διεθνής κριτική εξεθείασε κατά καιρούς µε ιδιαιτέρως κολακευτικά σχόλια τη δισκογραφική αλλά και τη γενικότερη προσπάθειά του για την προβολή της ελληνικής µουσικής δηµιουργίας. Για την καλλιτεχνική του δράση η Ακαδηµία Αθηνών τον τίµησε το 1975 µε το βραβείο Σπύρου Μοτσενίγου. Για την προσφορά του στην ελληνική µουσική εξελέγη οµόφωνα επίτιµο µέλος της Ενώσεως Ελλήνων Μουσουργών, ενώ για το δισκογραφικό του έργο, του απονεµήθηκε τιµητική διάκριση από την Ένωση Ελλήνων Κριτικών Θεάτρου και Μουσικής. Το 2010 αναγορεύτηκε για τη πολυετή και ουσιαστική προσφορά του στη µουσική επίτιµος διδάκτωρ του Πανεπιστηµίου Αθηνών.